Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Χρόνος

Πρώτη φορά που του συνέβη ήταν σε ένα πάρτυ.
Να δεί τον χρόνο μες στα πρόσωπα.
Χέρια. αγγαλιές μες στο χορό, μοιάζουμε.
Μοιάζουμε με λιμάνια.
Έζησε έτσι την ζωή του.
Κάθε μέρα φίλοι γνώστοί και συγγενείς
να περνάν μπροστά σε πρόσωπα αγνώστων.
Σε διαφορετικές φάσεις της ζωής τους.
Όλα τα προσωπα μας ζουν
στον ίδιο χρόνο,είμαστε.
Είμαστε πλοίων γραμμές.
Χρόνια μετά, τυχαία συνάντηση γραμμών.
Στο βάθος φωνάζουν τα μικρά παιδιά μας.
Σε διαμερίσματα ρίχνουμε άγκυρες, γινόμαστε.
Γινόμαστε νησιά.

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Άγνωστες λέξεις

Οι λέξεις που χρειάζονται δεν υπάρχουν.
Και αυτές που είναι δεν βγαίνουν στα χείλη.
Σκαλώνουν στο λαιμό.

Ίσως δεν θα ήταν ούτε λέξεις.
Θα ήταν κόσμοι.

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ΙΙΙ


Μας πετάνε στη φωτιά
για να ζεστάνουμε
τα κόκαλα τους.
Τα κόκαλα των προγόνων.

Η Ποίηση

Αναζητείται σε δύσκολες νουβέλες ,παραστάσεις ή εκθέσεις ενω κρύβεται σε ελάχιστες στιγμές.
Μετά το τέλος της προβολής, και τις τελευταίες νότες. Πρίν απο τις πρώτες αποχωρήσεις και το πρώτο χειροκρότημα.

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

II

Κάτι που κάποτε ήταν όλος ο κόσμος μας
γίνεται σιγά σιγά
ένα σπάσιμο στο χαμόγελο.

Τα φώτα της κουζίνας

Μας βιάζουν κάθε μέρα τα λόγια της καθημερινότητας.
Αυτή η ασυγχώρητη δυστυχία.
Κάποιοι  το λένε «οικογενειακή χαρά».
Οι επιτυχίες τους φαίνονται μικρές και οι χαρές ασήμαντες.
Όλα αυτά. Οι αναμνήσεις των στιγμών.Τα λόγια.Οι φωνές. Το ψυχρό φώς.
Οι μικρές σιωπές ανάμεσα στις ιστορίες της μέρας και τις υποχρεώσεις.
Μας σφίγγουν σαν τανάλια.Τα μέσα μας και αυτά που θα θέλανε να ήταν.

Αυτός ο κουρασμένος λόγος της καθημερινότητας που μοιάζει τόσο φυσικός κάτω από τα φώτα της κουζίνας το βράδυ.
Φωνές στο φωταγωγό, τηλεοράσεις, πιάτα. Συντονισμένες δυστυχίες.

I

Όλοι ζούμε την ιδανική ζωή κάποιου άλλου.

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Μπλέ Λεωφορεία

Εσύ όπως και τόσοι άλλοι διάφοροι και άσχετοι , χαμένοι στις σκέψεις  η στα λόγια τους.
Σε κάποια στάση μπαίνει ένας άνθρωπος.
Μια μεγάλη γυναίκα ντυμένη με μαύρα ρούχα ξεφτισμένες κάλτσες και ένα τσεμπέρι, που γέρνει στα δεξιά.
Ένας ξανθός άντρας με μακριά μαλλιά ,δύσκολο να προσδιορίσεις ηλικία , ένα λερωμένο μπουφάν, κρατάει μια βρώμικη σκισμένη τσάντα του σουπερ μάρκετ με ένα φάκελο μέσα.Μάλλον γεμάτο έγγραφα αποδεικτικά της τύχης του.
Στα βλέμματα τους άλλοτε συμπόνια άλλοτε λυγισμένοι από τις κακουχίες άλλοτε η απάτη άλλοτε  το μίσος για τον κόσμο.
Μόλις κλείνουν οι πόρτες ακούς ενα ποίημα.
Συνήθως ακούς μόνο κάποια λόγια.Τα άλλα τα φαντάζεσαι.Αρκεί ο τόνος της φωνής.
Μάτια που ορκίζονται στον εαυτό τους εκδίκηση ή  σπασμένα από το πόνο.

Και ξαφνικά σιωπή. Οι κουβέντες που άκουγες οι πιο πολλές σιγούν.
Ο κύριος με το κουστούμι ,η κυρία.
Τα μάτια στρέφονται έξω από το παράθυρο. Στο πάτωμα.Κάπου αλλού.
Οτιδήποτε για να μην αντικρίσουν τα μάτια του.
Βλέπεις σπασίματα στο χαμόγελο.
Ενοχλείται η ευτυχισμένη εικόνα της ζωής μας.
Η ομορφιά μας. Μετά παύση και μετά συλλογή κερμάτων.
Τα χέρια απλώνονται χωρίς να κοιτάνε.

Πληρώνουμε για να σταματήσει να διαταράσσεται η ευτυχισμένη ζωή μας.
Κατεβαίνουμε στη στάση, ξεκλειδώνουμε, ανάβουμε τις οθόνες και νιώθουμε μακρυά.