Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Η αντιστροφή της πυραμίδας

Χωρίζουμε τη ζωή μας σε τομείς ωροσκοπίων. Κάθε τομέας λαμβάνει μια τιμή.1 ή 0. Θετικό ή αρνητικό. Χτίζουμε με τους τομείς την πυραμίδα. Αθροίζουμε τιμές και φτάνουμε στην τιμή που θα λάβει η κορυφή του ψυχικού μας κόσμου. «Είμαι καλά». «Δεν είμαι καλά». Αφήνουμε την πορεία της ψυχής μας έρμαιο των τυχαίων τιμών που θα λάβουν οι τεχνητοί τομείς της ζωής μας.
Ανεβαίνοντας την πυραμίδα αναζητούμε κάθε μέρα εκφράσεις για να περιγράψουμε την ευτυχία. Μπορεί να κρύβεται στην αντιστροφή της ίδιας της πυραμίδας . Ο κόσμος των συναισθημάτων μας μπορεί να στηριχτεί σε ένα μόνο σημείο. Ο ψυχικός μας κόσμος να μην εξαρτάται πια από τις τυχαίες τιμές άλλα οι τομείς να ξεδιπλώνονται προς τα πάνω και να αντλούν δύναμη από την σταθερή και ακέραιη βάση της ανάποδης πυραμίδας που είναι ένα και μόνο σημείο. Το σημείο αυτό είναι η θέαση του κόσμου έξω από το πρίσμα του χρόνου και του ατομικού μας εαυτού. Να νιώσουμε στο κορμί μας ότι αποτελούμε ενσαρκώσεις ενός μόνου προσώπου σε έναν χρόνο . Να νιώσουμε «άλλοι» για τους άλλους. Το παιδί που γεννιέται σήμερα είναι μητέρα, εραστής, πατέρας και δάσκαλος όπως είσαι και εσύ. Κάνουμε τα πάντα για να σπάσουμε και να νιώσουμε πάλι την ενότητα.
Θα ζήσουμε στις μύτες των ποδιών μας. Είναι το συναίσθημα που σε κυριεύει με τον έρωτα και τη δημιουργία. Περπατάς σε έναν άδειο δρόμο και νιώθεις τα πόδια σου έτοιμα να κάνουν το επόμενο βήμα στον αέρα. Νιώθω κάτι να μας τραβάει προς τα πάνω.

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

VII

Ο πόνος απο το σύμπαν στάζει
και βγάζει ανθρώπους.

Απόπειρα Ορισμού Ι

Θέλω να βυθιστώ σε όλα αυτά που σημαίνεις στον κόσμο. Στο παρελθόν στο μέλλον στο παρόν σου. Σε κάθε σου στιγμή. Στα βράδια που νιώθεις. Στον αέρα που σε ντύνει και μπαίνει ανάμεσα σου όταν ξαπλώνεις, στα χρώματα σου , στον τρόπο που στέκεσαι και κοιτάς, σε όλα τα καλοκαίρια σου, στα όμορφα πράγματα που ένιωσες, στις στιγμές του πόνου, στον χρόνο που περνάει από πάνω και σε κάνει πιο όμορφη, στον αέρα που κινείτε μέσα στα χέρια σου, στην χώρα που είναι το δέρμα σου, στην ζέστη του κορμιού σου, στο καπνό. Στο νερό πάνω στο σώμα σου, στον ήχο του γέλιου σου, στις στιγμές που κλαίς. Να αγγίζω τις μέρες πάνω στο δέρμα σου, να ζω από τη ζέστη του, να μεγαλώνω από το χρόνο σου, να χάνω τις μέρες. Να βυθιστώ μέσα στον χειμώνα που κρύβεις στην ψυχή σου, στον πόνο και την ματαιότητα που νιώθεις, την αδυναμία να πιστέψεις για κάτι πραγματικά δυνατό και φωτεινό που θα έρθει.

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Ο Μόνος και η Βία

Πως καταφέρνεις τόσα χρόνια να πιστεύεις πως όλα τα λόγια των «συντρόφων» , των «εραστών» και των «φίλων» ήταν τόσο ανιδιοτελή όσο οι δικές σου αγαθές ενδείξεις συναισθήματος. Όπως τα μάτια συνηθίζουν το σκοτάδι έτσι και εσύ συνηθίζεις πως και εκείνοι κάτι ζήταγαν από εσένα και όχι εσένα. Έκλαψαν για αυτά που έχασαν. Αρχίζεις να πιστεύεις πως τελικά ο καθένας μόνο για εκείνον πράττει τελικά. Και εσύ αυτό κάνεις.

Προχωράμε στη ζωή μας και στη ζωή των άλλων σαν κτήνη. Ληστεύουμε τη συμπάθεια με το πιο όμορφο χαμόγελο, το φιλότιμο με τα πιο ωραία λόγια ,τα αισθήματα με τις πιο ωραίες ματιές. Και τελικά μόνοι. Όπως ήμασταν και θα είμαστε. Έχουμε τόσες πλάνες μαζεμένες στη ζωή μας. Τόσες ψευδαισθήσεις συνοχής με τους αλλού μόνους. Κι όμως πάντα θα βιώνεις εκείνη την ερωτική απόγνωση που νιώθεις όταν αντιλαμβάνεσαι πως όσο κι αν προσπαθείς ποτέ δεν θα μπορέσεις να είσαι ένα. Ακόμα κι όταν θα την κρατάς στην αγκαλιά σου κάτι θα σου φωνάζει πως ποτέ δεν θα είστε ένα.

Κάποιες μέρες όταν ξυπνάς. Κάποιες ώρες όταν ετοιμάζεσαι να βγεις μια βόλτα. Καθώς ξεχνιέσαι στο δρόμο. Όταν βλέπεις απέναντι σου ένα στόμα να ανοιγοκλείνει σαν να μιλάει. Τότε είναι που περνάει μια φευγαλέα σκέψη στο πίσω μέρος του μυαλού. Μια ψυχρή υπόνοια ότι όσο κι αν γελάσεις, όσο κι αν πιεις όσο κι αν προσποιηθείς, όσο κι αν χλευάσεις για να νιώσεις κυρίαρχος τελικά δεν θα μπορέσεις να ξεγελάσεις το μέσα σου θηρίο. Ακόμα κι όταν νομίζεις ότι η σφύζουσα από ζωή πόλη σου συμπαραστέκεται.

Κάθε μέρα σε όλη τη ζωή μας από το πρωί μέχρι το βράδυ μιλούμε στους εαυτούς μας . Βρίσκουμε βουβούς ανθρώπους και μιλάμε. Βουβούς από άγνοια. Σαν να φτύνουμε μιλάμε. Σαν καθρέφτες τους κοιτάς και μιλάς στον συρρικνωμένο από τις φοβίες εαυτό σου. Και μετά ξανά. Μέσα από ανήλιαγες σχέσεις , μέσα από σκοτεινές γιορτές που συμβαίνουν μόνο για να ξεχαστείς ότι είσαι μόνος, σιγά σιγά συνηθίζεις το σκοτάδι. Παίζουμε όλοι ρόλους στις ζωές των άλλων. Το παιχνίδι συνεχίζετε μέσα από το «πάρε δώσε». Έτσι πορεύεται το γένος και γερνάει μέσα από την συνεχή ταλάντευση ανάμεσα στα όχι και τα ναι.

Σαν κάποια φανταστικά ζώα που ζούνε από τον αλληλοσπαραγμό . Και γεννούν καμιά φορά πανέμορφες στιγμές. Στιγμές του «Απόλυτου». Παιδία της βίας είναι οι ομορφιές.
Και έτσι μέσα από τη τρυφερότητα της βίας θα είσαι πάντα και παντού υπόγεια δεμένος με όλους τους άλλους Μόνους.

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου 2010

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Χρόνος

Πρώτη φορά που του συνέβη ήταν σε ένα πάρτυ.
Να δεί τον χρόνο μες στα πρόσωπα.
Χέρια. αγγαλιές μες στο χορό, μοιάζουμε.
Μοιάζουμε με λιμάνια.
Έζησε έτσι την ζωή του.
Κάθε μέρα φίλοι γνώστοί και συγγενείς
να περνάν μπροστά σε πρόσωπα αγνώστων.
Σε διαφορετικές φάσεις της ζωής τους.
Όλα τα προσωπα μας ζουν
στον ίδιο χρόνο,είμαστε.
Είμαστε πλοίων γραμμές.
Χρόνια μετά, τυχαία συνάντηση γραμμών.
Στο βάθος φωνάζουν τα μικρά παιδιά μας.
Σε διαμερίσματα ρίχνουμε άγκυρες, γινόμαστε.
Γινόμαστε νησιά.

Τετάρτη, 20 Οκτωβρίου 2010

Άγνωστες λέξεις

Οι λέξεις που χρειάζονται δεν υπάρχουν.
Και αυτές που είναι δεν βγαίνουν στα χείλη.
Σκαλώνουν στο λαιμό.

Ίσως δεν θα ήταν ούτε λέξεις.
Θα ήταν κόσμοι.

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ΙΙΙ


Μας πετάνε στη φωτιά
για να ζεστάνουμε
τα κόκαλα τους.
Τα κόκαλα των προγόνων.

Η Ποίηση

Αναζητείται σε δύσκολες νουβέλες ,παραστάσεις ή εκθέσεις ενω κρύβεται σε ελάχιστες στιγμές.
Μετά το τέλος της προβολής, και τις τελευταίες νότες. Πρίν απο τις πρώτες αποχωρήσεις και το πρώτο χειροκρότημα.

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

II

Κάτι που κάποτε ήταν όλος ο κόσμος μας
γίνεται σιγά σιγά
ένα σπάσιμο στο χαμόγελο.

Τα φώτα της κουζίνας

Μας βιάζουν κάθε μέρα τα λόγια της καθημερινότητας.
Αυτή η ασυγχώρητη δυστυχία.
Κάποιοι  το λένε «οικογενειακή χαρά».
Οι επιτυχίες τους φαίνονται μικρές και οι χαρές ασήμαντες.
Όλα αυτά. Οι αναμνήσεις των στιγμών.Τα λόγια.Οι φωνές. Το ψυχρό φώς.
Οι μικρές σιωπές ανάμεσα στις ιστορίες της μέρας και τις υποχρεώσεις.
Μας σφίγγουν σαν τανάλια.Τα μέσα μας και αυτά που θα θέλανε να ήταν.

Αυτός ο κουρασμένος λόγος της καθημερινότητας που μοιάζει τόσο φυσικός κάτω από τα φώτα της κουζίνας το βράδυ.
Φωνές στο φωταγωγό, τηλεοράσεις, πιάτα. Συντονισμένες δυστυχίες.

I

Όλοι ζούμε την ιδανική ζωή κάποιου άλλου.

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Μπλέ Λεωφορεία

Εσύ όπως και τόσοι άλλοι διάφοροι και άσχετοι , χαμένοι στις σκέψεις  η στα λόγια τους.
Σε κάποια στάση μπαίνει ένας άνθρωπος.
Μια μεγάλη γυναίκα ντυμένη με μαύρα ρούχα ξεφτισμένες κάλτσες και ένα τσεμπέρι, που γέρνει στα δεξιά.
Ένας ξανθός άντρας με μακριά μαλλιά ,δύσκολο να προσδιορίσεις ηλικία , ένα λερωμένο μπουφάν, κρατάει μια βρώμικη σκισμένη τσάντα του σουπερ μάρκετ με ένα φάκελο μέσα.Μάλλον γεμάτο έγγραφα αποδεικτικά της τύχης του.
Στα βλέμματα τους άλλοτε συμπόνια άλλοτε λυγισμένοι από τις κακουχίες άλλοτε η απάτη άλλοτε  το μίσος για τον κόσμο.
Μόλις κλείνουν οι πόρτες ακούς ενα ποίημα.
Συνήθως ακούς μόνο κάποια λόγια.Τα άλλα τα φαντάζεσαι.Αρκεί ο τόνος της φωνής.
Μάτια που ορκίζονται στον εαυτό τους εκδίκηση ή  σπασμένα από το πόνο.

Και ξαφνικά σιωπή. Οι κουβέντες που άκουγες οι πιο πολλές σιγούν.
Ο κύριος με το κουστούμι ,η κυρία.
Τα μάτια στρέφονται έξω από το παράθυρο. Στο πάτωμα.Κάπου αλλού.
Οτιδήποτε για να μην αντικρίσουν τα μάτια του.
Βλέπεις σπασίματα στο χαμόγελο.
Ενοχλείται η ευτυχισμένη εικόνα της ζωής μας.
Η ομορφιά μας. Μετά παύση και μετά συλλογή κερμάτων.
Τα χέρια απλώνονται χωρίς να κοιτάνε.

Πληρώνουμε για να σταματήσει να διαταράσσεται η ευτυχισμένη ζωή μας.
Κατεβαίνουμε στη στάση, ξεκλειδώνουμε, ανάβουμε τις οθόνες και νιώθουμε μακρυά.